Αναιμία

Home » Παθήσεις » Αναιμία

Αναιμία

Mία πάθηση που χρειάζεται τη προσοχή μας

Η αναιμία σχετίζεται με τη παρουσία μειωμένης συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης, χαμηλού αιματοκρίτη και/ή χαμηλότερου από του κανονικού, αριθμού ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη δυνατότητα μεταφοράς οξυγόνου από το αίμα στα όργανα του ανθρώπινου σώματος, συστατικό απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία των κυττάρων.

Η αναιμία είναι μια εξαιρετικά συχνή πάθηση που επηρεάζει έως και ένα τρίτο του πληθυσμού. Πρόκειται για μία πάθηση που συχνά διαγιγνώσκεται τυχαία στα πλαίσια ενός τακτικού εργαστηριακού ελέγχου και σε πολλές περιπτώσεις, είναι ήπια, χωρίς ιδιαίτερα συμπτώματα. Η πιθανότητα εμφάνισης της αναιμίας αυξάνεται με την ηλικία και είναι πιο συχνή σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, εγκύους και ηλικιωμένους.

Ένα στα 5 άτομα άνω των 85 ετών έχουν αναιμία. Περίπου το ένα τρίτο των ηλικιωμένων ατόμων με αναιμία έχουν κάποια διατροφική ανεπάρκεια, όπως έλλειψη σιδήρου, φυλλικού οξέος και/ή βιταμίνης Β12. Σε άλλο ένα τρίτο των ασθενών, υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής ανεπάρκειας ή χρόνιας φλεγμονής/νόσου που σχετίζονται με αναιμία.

Σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, λόγω κακής διατροφικής πρόσληψης σιδήρου και μηνιαίας απώλειας αίματος με τους έμμηνους κύκλους, παρατηρείται συχνά μία ήπιας μορφής αναιμία που οφείλεται στην έλλειψη σιδήρου (σιδηροπενική αναιμία). Αναιμία μπορεί επίσης, πιο συχνά, να εμφανισθεί σε άτομα που κάνουν χρόνια κατάχρηση αλκοόλ, στους αστέγους και άτομα που βιώνουν κοινωνική απομόνωση και/ή εγκατάλειψη.

Αναιμία που πρωτοεμφανίζεται, ειδικά σε άτομα άνω των 55 ετών, χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ώστε να υπάρξει έγκαιρη διάγνωση και να αποκλεισθούν άλλα σημαντικά αίτια αναιμίας που χρήζουν ειδικής θεραπείας, όπως κάποιος καρκίνος του παχέως εντέρου ή ένα αιματολογικό νόσημα.

Γιατί είναι σημαντικό να γνωρίζουμε το υποκείμενο αίτιο της αναιμίας;

Η αναιμία μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικά αίτια και χαρακτηρίζεται ως “οξεία” (το υποκείμενο αίτιο είναι ένα οξύ συμβάν, όπως η απώλεια αίματος) ή “χρόνια” (το αίτιο πρόκλησης είναι ένα χρόνιο αίτιο, όπως ένας καρκίνος ή ανεπάρκεια των νεφρών).

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την αιτία πρόκλησης της αναιμίας, καθώς με αυτό το τρόπο εξασφαλίζεται η έγκαιρη και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση του προβλήματος. Συχνά συνυπάρχουν πολλαπλά αίτια, όπως η ελλειματική απορρόφηση του σιδήρου από το έντερο και απώλεια αίματος από το πεπτικό σωλήνα. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητη μία πολύπλευρη προσέγγιση ώστε να αντιμετωπισθούν όλα τα αίτια.

Ποιά είναι τα συχνότερα αίτια αναιμίας;

Η αναιμία μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου (επίκτητοι παράγοντες) ή σε παράγοντες που είναι “κωδικοποιημένοι” στο γενετικό υλικό μας (κληρονομικοί παράγοντες).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επίκτητης αναιμίας είναι η οξεία αιμορραγία πεπτικού (απώλεια αίματος από το έντερο), ενώ η μεσογειακή αναιμία-ή “θαλασσαιμία”-είναι συχνό αίτιο κληρονομικής αναιμίας.

Τα ερυθρά αιμοσφαίρια-μαζί με τις υπόλοιπες σειρές του αίματος, λευκά αιμοσφαίρια και αιμοπετάλια-παράγονται στο μυελό των οστών και απελευθερώνονται στο αίμα. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια καταστρέφονται και απομακρύνονται με ρυθμό 1% από τη κυκλοφορία καθημερινά. Η ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και/ή καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων οδηγεί σε αναιμία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, το αίμα δεν αναπληρώνεται από των μυελό των οστών με τον ίδιο ρυθμό.

Προβλήματα που σχετίζονται με αυξημένη απώλεια ή καταστροφή ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι:

  • Απώλεια αίματος λόγω αιφνίδιας αιμορραγίας από το έντερο, κατά τη διάρκεια ενός χειρουργείου, ως αποτέλεσμα ενός σοβαρού τραυματισμού ή βαριάς απώλειας αίματος κατά την έμμηνο ρύση
  • Σταδιακή απώλεια αίματος από το έντερο μπορεί να προκαλέσει η παρουσία διαφόρων παθολογικών εξεργασιών του εντέρου, όπως πολύποδες, αγγειοδυσπλασίες, εκκολπώματα, καθώς και κάποιος καρκίνος
  • Καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων (αιμόλυση) συμβάνει σε διάφορες καταστάσεις, όπως όταν υπερλειτουργεί ο σπλήνας (υπερσπληνισμός), μετά από μετάγγιση ασύμβατης ομάδας αίματος, λόγω κληρονομικής έλλειψης κάποιου ενζύμου των ερυθρών αιμοσφαιρίων (π.χ. έλλειψη G6PD ενζύμου), δρεπανοκυτταρικής αναιμίας,στα πλαίσια κάποιας λοίμωξης ή ενός αυτοάνοσου νοσήματος (όπου το σώμα μας παράγει αντισώματα ενάντια στα ερυθρά κύτταρα του αίματος) κλπ.

Αναιμία που οφείλεται σε ελλιπή παραγωγή/σύνθεση ερυθρών αιμοσφαιρίων από το μυελό των οστών, έχει ως αποτέλεσμα τη διαταραχή της μορφολογίας και του μεγέθους των ερυθρών κυττάρων του αίματος, ενώ συχνά διαταρράσεται η παραγωγή και άλλων σειρών του αίματος (λευκά αιμοσφαίρια και αιμοπετάλια).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναιμία μπορεί να οφείλεται σε:

  • Χρόνια νοσήματα, όπως οι παθήσεις του θυρεοειδή, των νεφρών, του ήπατος και της καρδιάς
  • Ανεπάρκειες βιταμινών, όπως φυλλικού οξέος και Β12
  • Δυσαπορρόφηση από το έντερο σιδήρου και λοιπών ιχνοστοιχείων που είναι σημαντικά για τη παραγωγή αίματος
  • Καρκίνους του αίματος (λέμφωμα, λευχαιμία), διήθηση του μυελού των οστών εξαιτίας μεταστατικού καρκίνου (π.χ. καρκίνος προστάτη)
  • Ρευματικά νοσήματα, όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
  • Βακτηριακές ή ιογενής λοιμώξεις
  • Φάρμακα/τοξίνες που καταστέλλουν τον μυελό των οστών, όπως το αλκοόλ, αντιβιωτικά και χημειοθεραπευτικά σχήματα

Πώς θα καταλάβω εάν μπορεί να πάσχω από αναιμία;

Μιλήστε άμεσα με τον γιατρό σας εάν έχετε ενοχλήσεις ή συμπτώματα, όπως:

  • Αδυναμία
  • Εύκολη κόπωση
  • Δύσπνοια
  • Αδυναμία εκτέλεσης καθημερινών εργασιών με την ίδια ευκολία
  • Ληθαργικότητα
  • Διαταραχή κινητικότητας κάτω άκρων, κυρίως κατά τη νυχτερινή κατάκλιση
  • Απώλεια σωματικού βάρους
  • Πόνο στο στήθος (σε περιπτώσεις βαριάς αναιμίας)

Επίσης, η ανεύρεση χαμηλής τιμής αιμοσφαιρίνης και/ή αιματοκρίτη κατά τη διάρκεια ενός τυχαίου εργαστηριακού ελέγχου ρουτίνας ή ακόμη κατά τη διάρκεια προετοιμασίας για ένα χειρουργείο, αποτελεί καλή ευκαιρία ώστε να απευθυνθούμε στον ειδικό για περαιτέρω διερεύνηση.

Συχνά, αναιμία εμφανίζεται σε άτομα που παρουσιάζουν κάποιες από τις παρακάτω εκδηλώσεις:

  • Ωχρότητα του δέρματος
  • Χαμηλή αρτηριακή πίεση
  • Ζάλη κατά την ορθοστάτηση
  • Ανεξήγητα γρήγορο καρδιακό παλμό (ταχυκαρδία) & αναπνευστική συχνότητα (ταχύπνοια)
  • “Κίτρινη” απόχρωση του δέρματος (ίκτερος)
  • Απώλεια αίματος από το ορθό κατά τη κένωση ή “μαύρα” κόπρανα στο χρώμα της πίσσας
  • Διογκωμένους λεμφαδένες
  • Διόγκωση του ήπατος και/ή του σπλήνα
  • Φλεγμονή της γλώσσας και της γωνίας των χειλέων
  • Αναφερόμενη απώλεια αίματος από το κόλπο
  • Παρουσία αιμορροΐδων
  • Ψηλαφητή μάζα στη κοιλιά
  • Αίμα κατά την ούρηση (αιματουρία)

Πώς θα αξιολογήσει ο γιατρός τη κατάστασή μου;

Ο γιατρός θα πρέπει να αφιερώσει χρόνο ώστε να καταγράψει επαρκώς το ιατρικό ιστορικό σας και να αποσαφηνήσει εκείνα τα στοιχεία που είναι σχετικά με τη διάγνωση πιθανής αναιμίας. Κατόπιν θα χρειασθεί να προχωρήσει στη κλινική εξέταση και τη καταγραφή των ευρημάτων του.

Ο εργαστηριακός έλεγχος αποτελεί σημαντικό πυλώνα της διερεύνησης τυχόν αναιμίας.

Οι φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές αιμοσφαιρίνης (Hgb) μπορεί να διαφέρουν ελαφρώς, αλλά σε γενικές γραμμές, τα φυσιολογικά όρια είναι τα εξής:

  • 13,5 έως 18,0 g/dL στους άνδρες
  • 12,0 έως 15,0 g/dL στις γυναίκες
  • 11,0 έως 16,0 g/dL στα παιδιά
  • Ποικίλλει στην εγκυμοσύνη ανάλογα με το τρίμηνο, αλλά γενικά μεγαλύτερη από 10,0 g/dL

Χαμηλότερες τιμές αιμοσφαιρίνης από τις αναφαιρόμενες, είναι ενδεικτικές αναιμίας.

Ο γιατρός σας, επίσης, μπορεί να ζητήσει επιπλέον εργαστηριακές εξετάσεις, όπως για έλεγχο του θυρεοειδή, του ήπατος και των νεφρών, επίπεδα βιταμινών στο αίμα, δείκτες επάρκειας σιδήρου, ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης και ανοσοσφαιρινών, γενική ούρων, έλεγχο για αυτο-αντισώματα (επί υποψίας αυτοάνοσου νοσήματος), εξειδικευμένο ιολογικό έλεγχο και μικροσκοπική εξέταση αίματος.

Επιπλέον, στα πλαίσια της διερεύνησης, μπορεί να ζητηθούν και άλλες εξετάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε την αξονική τομογραφία θώρακα και κοιλίας, τον ενδοσκοπικό έλεγχο του πεπτικού συστήματος με γαστροσκόπηση και/ή κολονοσκόπηση και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τη βιοψία μυελού των οστών.

Ανακάλυψα ότι έχω αναιμία: Τί γίνεται μετά; Τί θεραπεία θα συστήσει ο γιατρός μου;

Ο γιατρός θα σας προτείνει ένα θεραπευτικό πλάνο βασισμένο στις πληροφορίες που έχει συλλέξει από το ιατρικό ιστορικό και τυχόν διαγνωστικές εξετάσεις που έχουν ολοκληρωθεί. Η θεραπεία σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να ανταποκρίνεται τόσο στις επιθυμίες και προτιμήσεις του ατόμου, όσο και στις κλινικές απαιτήσεις του υποκείμενου αιτίου που προκαλέι την αναιμία. Η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενή, μπορεί να βοηθήσει στη καλύτερη κατανόηση του προβλήματος και την από κοινού λήψη αποφάσεων για τις κατάλληλες θεραπευτικές επιλογές. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στη περίπτωση των πλέον ευπαθών ατόμων και στην αποφυγή αχρείαστων εξετάσεων που ίσως επιβαρύνουν τη ποιότητα ζωής τους.

Η χορήγηση (αναπλήρωση) σιδήρου γίνεται είτε με από του στόματος αγωγή (μέση διάρκεια θεραπείας 2 μήνες) ή με τη χορήγηση ενδοφλέβιου σιδήρου (εφάπαξ χορηγήσεις). Η ενδοφλέβια αναπλήρωση των αποθεμάτων σιδήρου είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις όπου ο σίδηρος δεν απορροφάται επαρκώς από το έντερο (σύνδρομα δυσαπορρόφησης, ηλικιωμένα άτομα). Ταυτόχρονα, μπορεί να γίνει και αναπλήρωση άλλων βιταμινών, όπως Β12 και φυλλικού. Σε περιπτώσεις αναιμίας λόγω χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, ο γιατρός μπορεί να σας συστήσει θεραπεία με ερυθροποιητίνη (ενέσιμη ορμόνη). Η κορτιζόνη βοηθάει σε περιπτώσεις αυτοάνοσης αιμολυτικής αναιμίας και στον έλεγχο ρευματικών νοσημάτων που σχετίζονται με αναιμία χρονίας νόσου. Η διόρθωση και βελτίωση της λειτουργίας του θυρεοειδή, των νεφρών και του ήπατος, μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση των δεικτών αναιμίας. Άλλες πιο προωθημένες θεραπείες, όπως μετάγγιση αίματος, μεταμόσχευση μυελού των οστών, χειρουργικές επεμβάσεις για αφαίρεση όγκων του εντέρου και χημειοθεραπευτικά σχήματα είναι διαθέσιμες για πιο δύσκολες περιπτώσεις ασθενών με αναιμία.

Μία ισορροπημένη-κατά βάσει Μεσογειακή-διατροφή, μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό και να διορθώσει διατροφικές ανεπάρκειες που προκαλούν αναιμία.

“Μαργαριτάρια γνώσης”

  • Η βιταμίνη C βοηθά στην απορρόφηση του σιδήρου, επομένως η συγχορήγηση βιταμίνης C με σίδηρο ή η ενθάρρυνση των ασθενών να λαμβάνουν συμπληρώματα σιδήρου με χυμό πορτοκαλιού, θα βοηθήσει τη θεραπεία
  • Σε άτομα νεαρής ηλικίας με αναιμία, πρέπει πάντα να ελέγχεται η πιθανότητα ύπαρξης μεσογειακής ή δρεπανοκυτταρικής αναιμίας
  • Πρωτοεμφανιζόμενη αναιμία σε άτομα άνω των 55 ετών, χρήζει εκτεταμένου ελέγχου, ειδικά για τον αποκλεισμό κακοήθειας του παχέως εντέρου
  • Είναι σημαντική η έγκαιρη και σωστή διάγνωση της αναιμίας γιατί τα περισσότερα προβλήματα που σχετίζονται με αναιμία είναι αντιμετωπίσιμα
Array