Οστεοπόρωση

Home » Παθήσεις » Οστεοπόρωση

Οστεοπόρωση

Τι είναι η οστεοπόρωση;

Η οστεοπόρωση είναι μία νόσος που εμφανίζεται στα οστά και σχετίζεται με μειωμένη οστική πυκνότητα και ελάττωση της οστικής μάζας. Η μεταβολή αυτή στη σύσταση των οστών, κάνει τα οστά πιο εύθραυστα και αυξάνει το κίνδυνο κατάγματος (σπασμένα ή ραγισμένα κόκκαλα). Οστεοπενία είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μόνο τη μείωση της οστικής πυκνότητας και αποτελεί πρώιμο στάδιο της οστεοπόρωσης.

Τα οστά στον άνθρωπο αποτελούν μέρος του μυοσκελετικού συστήματος. Επιπλέον, τα οστά έχουν τη δυνατότητα να αναγεννούν τους ιστούς τους όπως άλλα όργανα του σώματός μας. Με τη πάροδο των ετών και την επίδραση διαφόρων εξωγενών παραγόντων, τα οστά χάνουν την ιδιότητα αυτή και τα παλαιότερα κύτταρα δεν αναπληρώνονται από νέα.

Κατάγματα, κυρίως των ισχίων, έχουν υψηλή θνησιμότητα ιδιαίτερα μεταξύ ατόμων άνω των 65 ετών αφού τα άτομα αυτά παρουσιάζουν 3-4 φορές υψηλότερο κίνδυνο να καταλήξουν εντός του έτους, ακόμη και μετά από χειρουργική αποκατάσταση. Επίσης συχνά, μετά από κατάγματα, ιδιαίτερα τα πιο ηλικιωμένα άτομα χάνουν την ανεξαρτησία τους, έχουν μειωμένη κινητικότητα και μπορεί να εισαχθούν σε κάποιο ίδρυμα φροντίδας.

Ποια άτομα κινδυνεύουν να αναπτύξουν οστεοπόρωση;

Άτομα όλων των φυλών και εθνικοτήτων μπορεί να αναπτύξουν οστεοπόρωση, όμως κάποια άτομα είναι υψηλότερου κινδύνου, ανεξαρτήτου ηλικίας. Η οστεοπόρωση εμφανίζεται σε μία στις 5 γυναίκες άνω των 50 ετών, όμως μόνο σε έναν στους 20 άντρες. Ο κίνδυνος εμφάνισης αυξάνεται με την ηλικία. Σε πολλές γυναίκες, η οστεοπόρωση ξεκινάει 1-2 χρόνια πριν την έναρξη της εμμηνόπαυσης.

Παράγοντες που αυξάνουν το κίνδυνο εμφάνισης της οστεπόρωσης

Οστεοπόρωση θα εμφανίσουν πολλοί άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής τους και ο κίνδυνος αυξάνει με τη πάροδο των ετών. Συγκεκριμένοι παράγοντες όμως μπορεί να προκαλέσουν πρόωρη έναρξη ή και να επιταγχύνουν την εξέλιξη της νόσου:

  • Η παρουσία οικογενειακού ιστορικού οστεοπόρωσης
  • Αναφερόμενα κατάγματα μετά την ηλικία των 50 ετών
  • Πρώιμη εμμηνόπαυση ή χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών σε προ-εμμηνοπαυσιακή ηλικία
  • Ανεπαρκής διατροφή και ελαττωμένη πρόσληψη σημαντικών συστατικών και ιχνοστοιχείων, όπως βιταμίνης D και ασβεστίου
  • Αυξημένη και χρόνια κατανάλωση αλκοόλ
  • Το κάπνισμα
  • Η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας ή η μακροχρόνια παραμονή στο κρεββάτι
  • Η παρουσία άλλων νοσημάτων, όπως η κοιλιοκάκη, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, σακχαρώδης διαβήτης, η νευρογενής ανορεξία, κάποιες μορφές καρκίνων, η νόσος από τον ιό HIV ή το AIDS
  • Ο χαμηλός δείκτης μάζας-σώματος (BMI<17Kg/m2)
  • Διαταραχή στα επίπεδα κάποιων ορμονών, όπως αυξημένα επίπεδα ορμονών του θυρεοειδούς, χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων στις γυναίκες ή χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους άνδρες
  • Η μακροχρόνια χρήση φαρμάκων όπως:
    • Στεροειδή (π.χ. σε χρόνια λήψη λόγω αυτοάνοσων νοσημάτων, χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, ρευματικής πολυμυαλγίας)
    • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για προστασία από τα γαστρικά οξέα (αναστολείς αντλίας πρωτονίων)
    • Φάρμακα κατά της επιληψίας (φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και βαλπροϊκό οξύ)
    • Φάρμακα κατά του καρκίνου του μαστού (αναστραζόλη, λετροζόλη και εξεμεστάνη)
    • Αντισυλληπτικά, όπως η μεδροξυπρογεστερόνη
    • Φάρμακα για τη θεραπεία των πολυκυστικών ωοθηκών, της ενδομητρίωσης και του καρκίνου του προστάτη (αγονιστές της εκλυτικής ορμόνης της γοναδοτροπίνης-GnRH & παράγοντες ανδρογονικού αποκλεισμού)
    • Φάρμακα κατά της κατάθλιψης, όπως φλουοξετίνη, σερτραλίνη, παροξετίνη, σιταλοπράμη και ντουλοξετίνη
    • Φάρμακα κατά του διαβήτη τύπου 2 (ροσιγλιταζόνη, πιογλιταζόνη)
    • Ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως οι αναστολείς της καλσινευρίνης (κυκλοσπορίνη & τακρολίμους)
    • Φάρμακα που αραιώνουν το αίμα (αντιπηκτικά), όπως η κλασσική ηπαρίνη

Κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης στις γυναίκες, η οστεοπόρωση «καλπάζει» με ταχύς ρυθμούς για αρκετά χρόνια. Μετά, η πρόοδος της νόσου επιβραδύνει, συνεχίζεται όμως μέχρι τις μεγαλύτερες ηλικίες. Στούς άνδρες, η διαδικασία αυτή είναι πιο αργή. Μέχρι την ηλικία των 65 με 70, άνδρες και γυναίκες, εμφανίζουν απώλεια οστικής μάζας με τον ίδιο ρυθμό.

Πώς εμφανίζεται η οστεοπόρωση;

Η οστεοπόρωση είναι ένας «σιωπηλός» εχθρός αφού συχνά μπορεί να μην αναφέρονται συμπτώματα και κάποιος να μη γνωρίζει ότι έχει εύθραστα οστά, μέχρι να πάθει κάποιο κάταγμα, συνήθως των ισχίων, των καρπών ή της σπονδυλικής στήλης. Το σπάσιμο ενός οστού προκαλεί πόνο. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μία απλή κίνηση όπως το σήκωμα μίας καρέκλας ή ακόμη και ο βήχας, μπορούν να προκαλέσουν κατάγματα των πλευρών ή της σπονδυλικής στήλης. Άτομα με οστεοπόρωση έχουν αυξημένο κίνδυνο κατάγματος μετά από «αθώα» πεσίματα, ακόμη και εξ’ιδίου ύψους. Κατάγματα της σπονδυλικής στήλης μπορεί να εμφανισθούν είτε μετά από τραυματισμό (δηλαδή κάποιο πέσιμο) είτε αυτόματα (χωρίς να έχει προηγηθεί κάκωση). Τα «αυτόματα κατάγματα» ή «κατάγματα ευθραυστότητας» της σπονδυλικής στήλης μπορεί να προκαλέσουν χρόνιο πόνο, απώλεια ύψους (τα άτομα «κοντένουν» όσο μεγαλώνουν) ή προκαλούν σοβαρές δυσμορφίες της σπονδυλικής στήλης, όπως η κύφωση. Σε περιπτώσεις όπου ο ακριβής μηχανισμός που προκάλεσε ένα κάταγμα δεν είναι ξεκάθαρος, τότε ο ενδιαφερόμενος(η) μπορεί να μιλήσει με τον ιατρό του/της ώστε να αποκλειθούν άλλα πιθανά παθολογικά αίτια.

Πως γίνεται η διάγνωση της οστεοπόρωσης;

Συχνά, η υποψία για οστεοπόρωση τίθεται αρχικά τυχαία σε άτομα άνω των 65 ετών, όταν αυτά εμφανίζονται με κάποιο κάταγμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απλή ακτινογραφία (Xray) των οστών, δίνει σημαντικές πληροφορίες για τη κατάσταση των οστών και πιθανή παρουσία οστεοπενίας (link to other page) ή οστεοπόρωσης.

Ο γιατρός σας μπορεί να διαγνώσει οστεοπόρωση κατά τη διάρκεια μίας επίσκεψης στο ιατρείο στα πλαίσια ενός προγραμματισμένου ελέγχου (screening) για όλες τις γυναίκες άνω των 65 ετών αλλά και για γυναίκες νεότερες που μπορεί να έχουν αυξημένους παράγοντες κινδύνου. Οι κατευθυντήριες οδηγίες δε συστήνουν τακτικούς ελέγχους για οστεοπόρωση σε άντρες άνω των 65. Αυτό βέβαια έγκειται στην απόφαση κάθε ιατρού ξεχωριστά και έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα κάθε περιστατικού, ανεξαρτήτως φύλου.

Ο/Η γιατρός μπορεί να σας κάνει ερωτήσεις για το ατομικό ιστορικό σας, αναζητώντας τις πληροφορίες εκείνες που μπορεί να τον/την βοηθήσουν στη συνολική αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου (προηγούμενα κατάγματα, διατροφικές συνήθειες, κάπνισμα, χρήση αλκοόλ, άσκηση, φάρμακα που λαμβάνετε, οικογενειακό ιστορικό, ηλικία έναρξης εμμηνόπαυσης και ιστορικό πτώσεων).

O/η γιατρός σας μπορεί να σας εξετάσει κλινικά για να ελέγξει για τυχόν:

  • Απώλεια βάρους ή ύψους
  • Αλλαγές στη στάση του σώματος
  • Αλλαγές στο τρόπο βάδισης
  • Μυϊκή αδυναμία, παρουσία μυϊκής ατροφίας ή σαρκοπενίας (ελαττωμένη μυϊκή μάζα)

Επίσης, ο/η γιατρός σας μπορεί να σας ζητήσει να ολοκληρώσετε κάποιες αιματολογικές εξετάσεις, όπως γενική αίματος, ταχύτητα καθίζησης ερυθρών, ένα βιοχημικό έλεγχο της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, επίπεδα ασβεστίου στον ορό, επίπεδα βιταμίνης D ορού και θυρεοειδικός έλεγχος.
Η αρχική κλινική εκτίμηση μπορεί να ολοκληρωθεί με τον/την ιατρό σας να υπολογίζει το κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης και/ή κατάγματος, χρησιμοποιώντας κάποιο από τα εργαλεία αξιολόγησης του κινδύνου (FRAX, OST, ORAL, OSIRIS και SCORE). Η αξιολόγηση αυτή θα δώσει μία εκτίμηση χαμηλού, μέτριου και υψηλού κινδύνου.

Τη κλινική εξέταση, ακολουθεί η μέτρηση οστικής πυκνότητας (Bone Mineral Density, BMD) σε συγκεκριμένες περιοχές του σώματος, συνήθως τη σπονδυλική στήλη και το μηριαίο οστό. Ο συνηθέστερος τρόπος αξιολόγησης της οστικής πυκνότητας γίνεται με τη μέθοδο της διπλής ενεργειακής απορρόφησης (DEXA scan). Είναι μία εξέταση γρήγορη και μη επεμβατική και βοηθάει στη διάγνωση της οστεπόρωσης και της οστεοπενίας (link to other page). Επίσης, βοηθάει στη πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης κατάγματος για τα συγκεκριμένα σημεία του σώματος που εξετάζει. Με την ίδια μέθοδο, ο/η ιατρός σας είναι σε θέση να παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, αν παίρνεται, για την οστεοπόρωση. Το DEXA scan συνήθως μετράει την οστική πυκνότητα σε δύο σημεία, τη σπονδυλική στήλη και τον αυχένα/κεφαλή του μηριαίου οστού. Τα αποτελέσματα εκτιμώνται με το δείκτη Τ-score που συγκρίνει την οστική μάζα του εξετασθέντος με αυτή ενός υγιούς νέου ενήλικα (T-score≥ -1,0 εντός φυσιολογικών ορίων, T-score μεταξύ -1,0 και -2,5 είναι ενδεικτικό οστεοπενίας, T-score≤ -2,5 είναι ενδεικτικό οστεοπόρωσης).

Ποιές θεραπείες υπάρχουν για την οστεπόρωση;

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της οστοπόρωσης αρχίζει με τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση από τον ιατρό σας. Στόχος της θεραπείας είναι να επιβραδύνει ή να σταματήσει την απώλεια οστού και να προφυλάξει τα άτομα από κατάγματα. Η θεραπεία κινείται πάνω σε 5 βασικούς άξονες:

  • Κατάλληλη διατροφή
  • Βελτίωση του τρόπου ζωής
  • Άσκηση
  • Προφύλαξη από πτώσεις
  • Φαρμακευτική αγωγή

Τα άτομα που εμφανίζουν οστεοπόρωση, δευτερογενώς, εξαιτίας άλλων παθήσεων θα πρέπει να μιλήσουν με τον/την ιατρό τους ώστε να προηγηθεί πρώτα θεραπεία του υποκείμενου νοσήματος, ταυτόχρονα με την έναρξη αγωγής για την οστεοπόρωση. Φάρμακα για άλλες παθήσεις, τα οποία μπορεί να συμβάλλουν στη δημιουργία οστεοπόρωσης, πιθανώς να χρήζουν αντικατάστασης από τον/την ιατρό σας. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αντικασταθούν από άλλα φάρμακα με ευνοϊκότερο προφίλ παρενεργειών.

Οστεοπόρωση & Διατροφή

Εδώ, η γενική αρχή έγκειται στο «Τρώμε υγιεινά και έχουμε ισορροπημένη διατροφή». Αυτό σημαίνει:

  • Πολλά φρόυτα και λαχανικά κατά τη διάρκεια της ημέρας και με τα κυρίως γεύματα (5 την ημέρα).
  • Σωστό αριθμό ημερήσιων θερμίδων για την ηλικία μας, το ύψος, το βάρος και τη σωματική επιβάρυνση ή άσκηση.
  • Προτίμηση φαγητών και υγρών πλούσια σε ασβέστιο, πρωτεϊνη και βιταμίνη D (link to other page).

Η ισορροπημένη διατροφή περιέχει πληθώρα θρεπτικών συστατικών και ιχνοστοιχείων που στο συνολό τους, διατηρούν το σώμα και τα κοκκαλά σας υγιή. Τα στοιχεία αυτά δρουν συνεργικά μεταξύ τους. Προσφάτως μάλιστα, έχει αναδειχθεί περισσότερο η ποιοτική αξία και ο συνδυασμός διάφορων θρεπτικών συστατικών μαζί, σε αντίθεση με παλαιότερες αντιλήψεις περί λήψης μεγάλων ποσοτήτων ενός συστατικού,όπως η πρωτεϊνη. Επίσης, σταδιακά δημιουργείται η τάση να αναγνωρίζονται τα φυτικής προέλευσης θρεπτικά συστατικά, όπως η πρωτεϊνη, ως ανώτερα των συστατικών ζωϊκής προέλευσης. Οι κατά βάση φυτοφαγικές δίαιτες και διάφορες παραλλαγές της «κλασσικής» δίαιτας της Μεσογείου, ίσως προσφέρουν τη καλύτερη ισορροπία προς αυτή τη κατεύθυνση.

Βελτίωση του τρόπου ζωής

Σε αυτή τη κατεύθυνση, μικρές και σταδιακές αλλαγές του τρόπου ζωής και η διαμόρφωση της καθημερινότητάς μας, προσδίδουν αρθροιστική προστιθέμενη αξία και βελτιώνουν το «εύ ζην». Η υγεία των οστών μας, λοιπόν, περνάει μέσα από τις δικές μας υγιής συνήθειες και ιδιαίτερα:

  • Τη διακοπή του καπνίσματος και την αποφυγή παθητικού καπνίσματος.
  • Τη περιορισμένη κατανάλωση αλκοόλης κατά τη διάρκεια της εβδομάδας∙ οι τελευταίες κατευθηντήριες οδηγίες συστήνουν τη κατανάλωση μέχρι 14 μονάδων (units) αλκοόλης ανά εβδομάδα για γυναίκες και άντρες (units= συγκέντρωση σε αλκοόλ του ποτού x ποσότητα ποτού (όγκος), π.χ. ένα μικρό ποτήρι κόκκινου/λευκού/ροζέ κρασιού 125ml με περιεκτικότητα σε αλκοόλη 12%, έχει 1.5 units.
  • Συχνά ιατρικά check-ups και φροντίδα της υγείας μας, μπορεί να συμβάλλουν στη πρόληψη προβλημάτων με αντίκτυπο στην υγεία των οστών μας.
  • Η παρακολούθηση και βελτιστοποίηση χρόνιων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, προάγει τη καλύτερη υγεία των οστών.
  • Τα άτομα που βιώνουν συχνές πτώσεις θα πρέπει να υποβληθούν σε έναν ολιστικό έλεγχο από έναν εξιδεικευμένο ιατρό ή γηρίατρο με στόχο την αποφυγή περαιτέρω πτώσεων και την αποφυγή καταγμάτων και/ή τραυματισμών.
  • Η άσκηση και η σωστή διατροφή συνεπικουρούν στη βελτίωση του τρόπου ζωής.

Σωματική άσκηση για την οστεοπόρωση

Η σωματική άσκηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε προγράμματος που βοηθάει στη διατήρηση της οστικής υγείας. Η άσκηση, επίσης, ενδυναμώνει τους σκελετικούς μύς, οι οποίοι με τη σειρά τους προάγουν τη συντήρηση και ενδυνάμωση των οστών. Σε αυτή την κατεύθυνση, οι ισοτονικές ασκήσεις και ειδικότερα, οι ασκήσεις που περιλαμβάνουν το σήκωμα βάρους, φαίνεται να έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Ασκήσεις όπως το περπάτημα, το ελαφρύ τρέξιμο, η πεζοπορία στο βουνό, το ανέβασμα σκάλας και ο χορός, βοηθούν τόσο στην οστική και μυϊκή ενδυνάμωση, αλλά και στο συντονισμό των κινήσεων. Εξέχουσα θέση έχουν πιο πρόσφατα αποκτήσει η Yoga, το Tai-Chi και οι Pilates, τα οποία προσφέρουν μία εναλλακτική μορφή άσκησης χαμηλής δυναμικότητας.

Τα οφέλη της άσκησης στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας είναι περισσότερα, αφού εκτός από τη διατήρηση του μυοσκελετικού συστήματος, με αυτό το τρόπο εντάσσονται στο κοινωνικό σύνολο, διατηρούν την ανεξαρτησία τους και προφυλλάσουν ευατούς από τις συνέπειες των πτώσεων.

Βασικές αρχές, όσον αφορά την άσκηση σε κάθε ηλικία, είναι «κάνω κάτι που μου αρέσει» και «κάνω τόσο όσο νιώθω άνετα». Με αυτό το τρόπο, αποφεύγουμε τραυματισμούς και αυξάνουμε τη πιθανότητα να συνεχίσουμε να κάνουμε την ίδια δραστηριότητα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η προσεκτική και «εντός λογικών πλαισίων» άσκηση είναι ιδιατέρως σημαντική στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, έτσι ώστε να αποφευχθούν τραυματισμοί ή ακόμη και κατάγματα λόγω της συνυπάρχουσας οστεοπόρωσης. Τα προγράμματα άσκησης χαμηλής δυναμικότητας και/ή μυϊκή ενδυνάμωση με χαμηλά φορτία, θεωρούνται οι πιο πετυχημένες μέθοδοι άσκησης για τους ηλικιωμένους και/ή πιο ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Οστεοπόρωση: Προφύλαξη από πτώσεις

Η ευπάθεια είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συνολική κατάσταση της υγείας ενός ατόμου και τη παρουσία ή όχι πολλών προβλημάτων υγείας (συννοσηρότητα). Ένα άτομο με αυξημένη ευπάθεια συνήθως έχει πολλά προβλήματα υγείας και χαμηλές σωματικές, ψυχικές, λειτουργικές ή κοινωνικές εφεδρείες, για να τα αντιμετωπίσει.

Οι πτώσεις στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει αυξημένη ευπάθεια είναι ιδιαιτέρως συχνές. Η παρουσία οστεοπόρωσης από την άλλη, συμβάλλει στη δημιουργία της ευπάθειας. Η ύπαρξη πτώσεων είναι ενδεικτική παρουσίας αυξημένης ευπάθειας στο πλείστον των περιπτώσεων. Είναι λοιπόν σημαντική η διαχείρηση της οστεοπόρωσης στα μεγαλύτερα άτομα με ή χωρίς ευπάθεια και η αποφυγή καταγμάτων, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης υγείας.

Μερικές συμβουλές για τη πρόληψη των πτώσεων και των συνεπειών τους:

  • Ζητήστε τη συμβουλή ενός εξειδικευμένου ιατρού ή γηριάτρου
  • Άσκηση, σωστή διατροφή και διαφοροποίηση καθημερινών συνηθειών βοηθούν στη πρόληψη
  • Προσοχή όταν περπατάμε σε βρεγμένες επιφάνειες
  • Προσοχή όταν σηκωνόμαστε απότομα από το κρεββάτι ή τη καρέκλα
  • Τοποθετήστε φωτάκια ασφαλείας τη νύχτα σε διαδρόμου και σκάλες
  • Χρησιμοποιείτε κατάλληλα βοηθήματα περπατήματος, όπως περιπατητήρες, μπαστούνια, «Π»
  • Εξασφαλίστε απρόσκοπτη διάβαση εντός του σπιτιού και αποφύγετε αντικείμενα που ίσως κάνουν δυσχερή τη διέλευση εντός της οικίας
  • Χρησιμοποιείστε μπάρες και χερούλια στήριξης σε σκάλες και τουαλλέτα

Οστεοπόρωση & Φαρμακευτική αγωγή

Τη διάγνωση της οστεοπόρωσης ακολουθεί η έναρξη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής από τον/την ιατρό σας. Αυτό θα συμβεί ταυτόχρονα με τις γενικές οδηγίες που θα λάβετε κατά το πρώτο άκουσμα της διάγνωσης. Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής για οστεοπόρωση μπορεί να γίνει για τους εξής λόγους:

  • Πρωτογενής θεραπεία: έναρξη αγωγής εξαιτίας νέας διάγνωσης με οστεοπόρωση ή σε άτομα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση της νόσου, με σκοπό τη πρόληψη καταγμάτων
  • Δευτερογενής θεραπεία: έναρξη αγωγής μετά από κάποιο κάταγμα

Οι φαρμακευτικές θεραπείες αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης έχουν σκοπό είτε να επιβραδύνουν την απώλεια οστού (διφωσφονικά, καλσιτονίνη, αποκλειστές RANKL, οιστρογόνα και τροποποιητές της δράσης των οιστρογόνων) είτε να βοηθήσουν στο σχηματισμό νέου οστού (συνθετική παραθυρεοειδής ορμόνη και αναστολείς της σκλεροστίνης):

Διφωσφονικά

Τα διφωσφονικά αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής για τα άτομα με οστεοπόρωση. Η χορήγησή τους στοχεύει στην ανάσχεση απώλειας οστού και την αύξηση της οστικής μάζας, κυρίως στις μεθ’εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τα διφωφονικά διατίθενται σε διαφορετικές μορφές χορήγησης και ο τύπος του φαρμάκου που θα επιλεγεί, εξατάται από τις συμβουλές του/της ιατρού σας αλλά και τις δικές σας προτιμήσεις.

Τα πιο διαδεδομένα σκευάσματα διφωσφονικών που διατίθενται στην αγορά είναι το Fosamax (Aledronate; σε ημερήσιο ή εβδομαδιαίο χάπι), Actonel (Risedronate; σε ημερήσιο ή εβδομαδιαίο χάπι), Boniva (Ibadronate; σε μηνιαίο χάπι ή για ενδοφλέβια χορήγηση κάθε 3 μήνες), Reclast (Zoledronic acid; για ενδοφλέβια χορήγηση κάθε ένα ή δύο χρόνια ανάλογα την ένδειξη). Έτσι, κάποια(ος) που μόλις διεγνώσθει με οστεοπόρωση, μπορεί να ξεκινήσει με ένα εβδομαδιαίο από του στόματος σκεύασμα ή αν προτιμάει για ευκολία τη χορήγηση ενος ενδοφλέβιου φαρμάκου κάθε 3 ή 12 μήνες. Σε άλλη περίπτωση, όπου η ύπαρξη αυξημένων παραγόντων κινδύνου χρήζει «προληπτικής αγωγής», ώστε να ενδυναμωθούν τα οστά, τότε η επιλογή μπορεί να είναι ένα θεραπευτικό σχήμα κάθε 2 χρόνια.

Τα διφωσφονικά μειώνουν το κίνδυνο εμφάνισης καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης και η πλειονότητά τους, μειώνει το κίνδυνο καταγμάτων των ισχίων. Επίσης, έχουν ένδειξη για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης σε άτομα που λαμβάνουν χρονίως στεροειδή για άλλους λόγους (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), στη θεραπεία του αυξημένου ασβεστίου αίματος και του πόνου σε άτομα με μεταστατικό καρκίνο (κυρώς των οστών), στη νόσο Paget (που προκαλεί αύξηση των οστών αλλά τα οστά είναι πιο αδύναμα) και στο πολλαπλούν μυέλωμα (αιματολογική κακοήθεια με συχνή συμμετοχή των οστών).

Συχνές παρενέργειες των διφωσφονικών αποτελούν οι εξής:

  • Πόνους στα οστά, τους μύς και τις αρθρώσεις
  • Χαμηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα (υπασβεστιαιμία)
  • Χαμηλό πυρετό και/ή «γριπώδη συνδρομή»
  • Διάρροια
  • Αίσθημα ναυτίας και/ή εμετό
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Εμφάνιση ελκών του στομάχου ή του οισοφάγου
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης
  • Επιδείνωση τηε λειτουργίας των νεφρών

Οι περισσότερες από αυτές εκδηλώσεις είναι «αυτο-περιοριζόμενες», δηλαδή περνάνε μετά από λίγες ημέρες και δεν οδηγούν στη διακοπή της αγωγής. Η λήψη των διφωσφονικών σκευασμάτων από το στόμα έχει συγκεκριμένη διαδικασία και αυτό με σκοπό τη μείωση των περισσότερων παρενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα. Τα διφωσφονικά πρέπει να λαμβάνονται νωρίς το πρωϊ, με άδειο στομάχι και πριν λάβουμε άλλα φάρμακα. Το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται σε καθιστή θέση και με τη λήψη τουλάχιστο δύο μεγάλων ποτηριών νερού. Μετά τη λήψη, πρέπει να παραμείνουμε σε καθιστή θέση για τουλάχιστο 30 έως 60 λεπτά.

Πιο σπάνια, αν κάποιες παρενέργειες γίνουν εξαιρετικά προβληματικές, τότε ο/η ιατρός σας μπορεί να συμβουλεύσει τη διακοπή της αγωγής και την αντικατάστασή της με άλλο σκεύασμα της ίδιας κατηγορίας ή άλλης φαρμακευτικής δράσης.

Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται πιο σπάνια, κυρίως σε άτομα που είναι υπό αγωγή με διφωσφονικά για περισσότερα από 5 χρόνια, που είναι και ο ενδεδειγμένος χρόνος θεραπείας. Η οστεονέκρωση της γνάθου, είναι μία σπάνια επιπλοκή που εμφανίζεται σε 1/10,000 έως 1/100,000 άτομα με οστεοπόρωση ετησίως και μπορεί να εμφανισθεί μετά από μείζονες οδοντιατρικές επεμβάσεις. Επίσης, σπάνια θεωρείται η «άτυπη» εμφάνιση καταγμάτων σε άτομα που βρίσκονται υπό μακροχρόνια αγωγή με διφωσφονικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο/η ιατρός σας μπορεί να διεκόψει οποιαδήποτε αγωγή ή να σας ξεκινήσει σε αγωγή διαφορετικής θεραπευτικής κατηγορίας.

Η παρουσία χρόνιας νεφρικής βλάβης (κάθαρση κρεατινίνης<30mL/min), κακής οδοντικής υγιεινής ή πρόσφατης μείζονος οδοντιατρικής επέμβασης, σοβαρού ιστορικού δυσπεψίας, παλινδρόμησης ή ελκών του στομάχου ή του οισοφάγου, καθώς και ιστορικό σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης στα διφωσφονικά, αποτελούν αντένδειξη στην έναρξη αγωγής. Η χορήγηση διφωσφονικών, επίσης, αντενδείκνυται σε προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που μπορεί περάσουν εγκυμοσύνη.

Δενοσουμάμπη (Prolia)

Η δενοσουμάμπη, είναι μονοκλωνικό αντίσωμα, το οποίο προσκολλάται πάνω στους τους υποδοχείς RANKL των οστικών κυττάρων που καταστρέφουν το οστό (οστεοκλάστες) και έτσι μειώνεται η απώλεια οστού.

Η δενοσουμάμπη, επίσης, αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής αλλά για εκείνες τις περιπτώσεις όπου τα άτομα δε μπορούν να λάβουν διφωσφονικά. Σύμφωνα με μελέτες, η δενοσουμάμπη έχει ξεχωριστή θέση στη θεραπεία της οστεοπόρωσης σε γυναίκες που παίρνουν θεραπεία για καρκίνο του μαστού. Επίσης, χορηγήται σε περιπτώσεις μεταστατικού καρκίνου των οστών.

Η δόση είναι 60mg και χορηγείται σε ενέσιμη μορφή υποδορίως άπαξ κάθε 6 μήνες. Σε περιπτώσεις υποκείμενης κακοήθειας, μπορεί να χορηγηθεί μέχρι και κάθε 4 εβδομάδες. Είναι η θεραπεία εκλογής για άτομα με σοβαρή ανεπάρκεια των νεφρών.

Οι πιο συχνές, πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να παρουσιασθούν υπό τη μορφή παραισθησιών πέριξ του στόματος, των δακτύλων ή ακροδακτύλων, διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, μυϊκών κραμπών, υπερδιέγερσης και δυσκολίας της αναπνοής. Λιγότερο συχνά, εμφανίζονται κόπωση, πονοκέφαλος ή δίαρροια και ναυτία. Η οστεονέκρωση της γνάθου και «άτυπα κατάγματα» αναφέρονται ως σπάνιες επιπλοκές.

Τροποποιητές της δράσης των οιστρογόνων (Raloxifene)

Η ραλοξιφαίνη έχει διπλή δράση. Μπορεί να δράσει όπως τα οιστρογόνα σε κάποια μέρη του σώματος, ενώ σταματάει τη δράση των οιστρογόνων σε άλλα. Μειώνει έτσι την απώλεια οστού και μειώνει το κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Χορηγείται με τη μορφή χαπιού των 60mg καθημερινά, με ή χωρίς φαγητό. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως κράμπες, εξάψεις ή θρομβώσεις στα πόδια ή τους πνεύμονες αναφέρονται.

Η χορήγηση αντενδείκνυται σε γυναίκες που μπορούν να τεκνοποιήσουν, σε γυναίκες με ιστορικό θρομβοεμβολικών επεισοδίων (θρομβώσεις στα πόδια ή τους πνεύμονες) και σε περιπτώσεις σοβαρής ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας.

Συνθετική παραθυρεοειδής ορμόνη (Teriparatide)

Η τεριπαρατίδη αποτελεί το συνθετικό ανάλογο της παραθυρεοειδούς ορμόνης που συναντάται φυσιολογικά στον άνθρωπο. Η τεριπαρατίδη βοηθάει στο σχηματισμό νέου οστού. Χορηγείται καθημερινά με τη μορφή ένεσης υποδορίως με δόση 20mcg.

Λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης καρκίνου των οστών σε άτομα που λαμβάνουν τη θεραπεία, αυτή έχει ένδειξη να χορηγείται μόνο σε γυναίκες ή άνδρες με προχωρημένη οστεοπόρωση και μόνο μέχρι 2 χρόνια. Μετά το πέρας της αγωγής, η θεραπεία για την οστεοπόρωση μπορεί να συνεχιστεί με τη χορήγηση άλλου φαρμάκου διατήρησης της οστικής μάζας.

Νεότερες θεραπείες οστεοπόρωσης

Η αβαλοπαρατίδη (abaloparatide) είναι επίσης ένα ανάλογο της φυσικής παραθυρεοειδούς ορμόνης που βοηθάει στο σχηματισμό νέου οστού. O χρόνος θεραπείας είναι παρόμοιος της τεριπαρατίδης λόγω αυξημένου κινδύνου εμφάνισης καρκίνου των οστών. Η δόση είναι 80mcg ημερησίως και χορηγείται υποδορίως σε ενέσιμη μορφή.

Η ρομοσοζουμάμπη (romosozumab) είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που χορηγείται υποδορίως μία φορά το μήνα για 12 μήνες σε ενέσιμη δόση των 105mg. Βοηθάει στο σχηματισμό νέου οστού. Η χρήση του περιορίζεται χρονικά λόγω του αυξημένου κινδύνου για σοβαρά εγκεφαλικά και εμφράγματα, γι’αυτό αντενδείκνυται σε γυναίκες που έχουν ήδη υποστεί κάποιο καρδιαγγειακό συμβάν.

Η αβαλοπαρατίδη, η ρομοσοζουμάμπη και τεριπαρατίδη αποτελούν εναλλακτικές θεραπευτικές προτάσεις για άτομα σε προχωρημένο επίπεδο οστεοπόρωσης.

Θεραπεία με οιστρογόνα

Η θεραπεία με οιστρογόνα βοηθάει στο να μειωθεί η απώλεια οστού και ταυτόχρονα ανακουφίζει από τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις και ξηρότητα του κόλπου. Τα οιστρογόνα χορηγούνται με τη μορφή χαπιού καθημερινά, ενώ υπάρχουν διαθέσιμα και σε γέλη ή διαδερμικό αυτοκόλλητο.
Παρόλαυτά, τα οιστρογόνα δε χορηγούνται πλέον λόγω του γεγονότος ότι αυξάνουν σημαντικά το κίνδυνο εμφάνισης εμφράγματος της καρδιάς, εγκεφαλικού επεισοδίου, θρομβώσεων και καρκίνου του μαστού

Θεραπευτικά σχήματα στους άνδρες

Τα διφωσφονικά, η τεριπαρατίδη και η δενοσουμάμπη έχουν εγκριθεί για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης στους άνδρες. Η δενοσουμάμπη έχει επίσης λάβει ένδειξη για τη προφύλαξη της οστικής μάζας σε άτομα που παίρνουν θεραπεία αντι-ανδρογόνων για καρκίνο του προστάτη. Υπάρχουν λιγότερες μελέτες για την αποτελεσματικότητα αυτών των θεραπειών στους άνδρες, είναι πολύ πιθανό όμως ότι είναι εξίσου αποτελεσματικές όπως και στις γυναίκες.

Δεν υπάρχουν σαφής ενδείξεις για τα συμπληρώματα τεστοστερόνης σε άνδρες που πάσχουν από οστεοπόρωση λόγω ανεπάρκειας τεστοστερόνης. Παρόλαυτά φαίνεται από μελέτες ότι η αναπλήρωση της τεστοστερόνης οδηγεί σε αύξηση της οστικής πυκνότητας. Δεν είναι γνωστό, βέβαια, αν αυτή η αύξηση, μειώνει το κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων ή ακόμη, σε ποιές δόσεις η τεστοστερόνη είναι αποτελεσματική. Γι’αυτό το λόγο, οι κατευθυντήριες οδηγίες δε συστήνουν τη χορήγηση τεστοστερόνης στους άνδρες με οστεοπόρωση.

“Μαργαριτάρια γνώσης”

  1. Η οστεοπόρωση είναι μία νόσος που μπορεί να αντιμετωπισθεί με καλά αποτελέσματα όταν γίνεται έγκαιρη διάγνωση
  2. Η υγεία των οστών συμβάλλει στη προφύλαξη από κατάγματα, τη διατήρηση της λειτουργικότητας και ανεξαρτησίας των ατόμων
  3. Άσκηση, σωστή διατροφή και φαρμακευτική εξατομικευμένη θεραπεία αποτελούν τις βάσεις για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης σε γυναίκες και άνδρες

Βιβλιογραφία

  1. Osteoporosis overview. National Institute of Arthritis and Musculoskeletal and Skin Diseases. https://www.bones.nih.gov/health-info/bone/osteoporosis/overview. Accessed December 2022
  2. Osteoporosis. National Institute on Aging. https://www.nia.nih.gov/health/osteoporosis. Accessed November 2022
  3. Osteoporosis Treatment. Endocrine Society. Accessed 4 December 2023
  4. Osteoporosis. NICE. Quality standard [QS149]Published: 28 April 2017
  5. Screening for Osteoporosis to Prevent Fractures: Recommendation Statement. US Preventive Services Task Force. Am Fam Physician. 2018; 98(10)
Array